ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ
 

Αρχή επιστήμης ονομάτων επίσκεψις
Η βάση της επιστήμης είναι ο προσδιορισμός των επιστημονικών όρων

Το γλωσσάριο αφορά τους όρους που απαντώνται σε αυτόν τον ιστοχώρο. Στο κάτω κάτω της γραφής υπάρχουν παραπομπές στην βιβλιογραφία. Κλικ στο γράμμα του αλφαβήτου της επομένης γραμμής΄γιά να δείτε τους όρους που αρχίζουν από αυτό το γράμμα.

 
  Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

Α


 
 

Ανακόλουθο: Γραμματικό σχήμα οπου τα επόμενα δεν συμφωνούν από συντακτική αποψη με τά προηγούμενα.

πχ. "Αλή-πασάς, σαν τ΄ακουσε, βαριά του κακοφάνη". Αντι "Του Αλή-πασά ... του κακοφάνη"[152]

 
 

Αναλογία: Μεταβολή γλωσσικών στοιχείων υπό την επίδραση άλλων ομοίων ή αντιθέτων.

πχ. τρέχα, φεύγα (αντι τρέχε, φεύγε) κατ' αναλογία προς τα έλα, τράβα.[152]

 

Β


 
  Βαρβαρισμός: Σφάλμα περί την γραμματική ή περί μία λέξη. Αναφέρεται στο τυπικό της γλώσσας κι οχι στην σύνταξη (τότε είναι σολοικισμός).  

Γ


 
  Γλωσσολογία (ή και γλωσσική, παλαιότερα) είναι η επιστημονική μελέτη της ανθρώπινης γλώσσας ως καθολικού φαινομένου, αλλά και των επιμέρους γλωσσών του κόσμου. Ως επιστήμη επιδιώκει να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα για τη φύση της γλώσσας, τη δομή της και τη σχέση της με τον ανθρώπινο νου, αλλά και με την κοινωνία. Με αυτό το σκοπό, εξετάζει αφ' ενός τις καθολικές αρχές οι οποίες διέπουν την ανάπτυξη της γλώσσας και τη διαμόρφωση όλων των γλωσσών, αφ' ετέρου τους παράγοντες και τους νόμους που συντελούν στη γλωσσική διαφοροποίηση και ποικιλία, διαχρονικά (Ιστορική γλωσσολογία) και συγχρονικά (π.χ. τυπολογία, διαλεκτολογία, κοινωνιογλωσσολογία). Συνεργατικές/συγγενείς επιστήμες της γλωσσολογίας, η οποία θεωρείται ευρύτερα ως αυτόνομη επιστήμη, είναι μεταξύ άλλων η Ψυχολογία, η Βιολογία, η Λογική και η Φιλοσοφία, η Κοινωνιολογία, η Ιστορία του πολιτισμού και η Ανθρωπολογία, η Φιλολογία κ.ά. Οι ερευνητές της επιστήμης αυτής λέγονται "γλωσσολόγοι".  
 

Ο γραμματισμός αποτελεί ένα σχετικά νέο όρο στο ελληνικό λεξιλόγιο και, ενώ περιλαμβάνει την έννοια του αλφαβητισμού, είναι ευρύτερος από αυτόν. Πρόκειται για μετάφραση του αγγλικού όρου literacy, που έχει επίσης αποδοθεί στην ελληνική γλώσσα ως εγγραμματοσύνη και ο οποίος δεν αναφέρεται απλά στην ικανότητα για ανάγνωση και γραφή. Η έννοια "γραμματισμός" αφορά τη δυνατότητα του ατόμου να λειτουργεί αποτελεσματικά σε διάφορα περιβάλλοντα και καταστάσεις επικοινωνίας, χρησιμοποιώντας κείμενα γραπτού και προφορικού λόγου, καθώς επίσης μη γλωσσικά κείμενα (λ.χ. εικόνες, σχεδιαγράμματα, χάρτες κλπ.). Να είναι δηλαδη αυτό που λέμε σήμερα «γραμματιζούμενος»

 

E


 
  Ετυμολογία είναι η μελέτη των ριζών και της ιστορίας των λέξεων. Εξετάζει πώς έχουν αλλάξει η μορφή τους και η σημασία τους με την πάροδο του χρόνου. Στις γλώσσες με μια μακροχρόνια λεπτομερή ιστορία, η ετυμολογία χρησιμοποιεί στοιχεία απο την φιλολογία, τη μελέτη για το πώς οι λέξεις αλλάζουν από τον πολιτισμό στον πολιτισμό με την πάροδο του χρόνου. Οι ετυμολόγοι εφαρμόζουν επίσης τις μεθόδους συγκριτικής γλωσσολογίας για να αναδημιουργήσουν τις πληροφορίες για τις γλώσσες που είναι πάρα πολύ παλαιές για οποιεσδήποτε άμεσες πληροφορίες (όπως το γράψιμο). Με την ανάλυση των σχετικών γλωσσών με μια τεχνική που λέγεται "συγκριτική μέθοδος", οι γλωσσολόγοι μπορούν να εξάγουν τα συμπεράσματα για την κοινή γλώσσα των προγόνων τους και το λεξιλόγιό τους.  

Ευφημισμός ή ἀντίφρασις , -εως, από το ρ. ἀντιφράζω
A. η χρήση λέξεων με καλή έννοια ατην θεση αλλων με κακή ή αντίθετη έννοια. πχ. Εὐμενίδες αντί Ἐρινύες,εὔξεινος πόντος αντί ἄξεινος πόντος, γλυκάδι αντι ξίδι. ή με την άρνηση του αντιθέτου της πχ.«ξοδεψε ουκ ολίγα (ενν. πολλά) για να τον σπουδάσει».

Με τον όρο ευφημισμός εννοούμε το σχήμα λόγου ή το λεκτικό τρόπο κατά τον οποίο από κάποιο φόβο, που προέρχεται συνήθως από κάποια πρόληψη ή δεισιδαιμονία, χρησιμοποιεί κανείς λέξεις ή φράσεις με καλή και ευοίωνη σημασία αντί για άλλες λέξεις ή φράσεις που έχουν κακή και δυσοίωνη σηιιασία. Από αρχαιοτάτων χρόνων οι άνθρωποι πίστευαν ότι με τη χρήση ευοίωνων λέξεων αποτρέπεται το κακό.
Π.χ.:
α. Ευμενίδες (αντί Ερινύες), εΰξεινος πόντος (= άξενος πόντος). εύήθης (= μωρός) (α.ε.).
β. γλυκάδι (= ξίδι), το καλό σπυρί (= ο άνθρακας) (ν.ε.).
Μερικά κύρια ονόματα λέγονται κατ' ευφημισμό, όπως
Ζήσης (για να ζήσει),
Θεμελής (για να θεμελιώσει).
Αξίζει να σημειωθεί ότι το ρήμα πάσχω στην αρχαία ελληνική και το παθαίνω στη δημοτική χρησιμοποιούνται συχνά ευφημιστικά.
Π.χ.: α. ΕΙ τις πάθοι (= εϊ τις άποθάνοι). (α.ε.)
β. Φοβάται μην έπαθε τίποτε το παιδί της(= μην πληγώθηκε, μην αρρώστησε, μην πέθανε), (ν.ε.) κ.ά. Ο Ν. Ανδριώτης (Σημασιολογία, Θεσσαλονίκη. 1959. σελ. 19) γράφει ότι ο ευφημισμός γίνεται κάποτε αιτία να χειροτερέψει η σημασία μιας λέξης: «Με τo να χρησιμοποιείται ευφημιστικά μια λέξη που έχει καλό νόημα στη θέση ιιιας λέξης με νόημα δυσάρεστο ή χυδαίο, διαποτίζεται σιγά σιγά από το δυσάρεστο νόημα που συγκαλυμμένα εκφράζει και στο τέλος ταυτίζεται με την κακή κυριολεξία».
Έτσι, η λέξη εταίρα, που αρχικά δήλωνε τη συντρόφισσα κατάντησε να εκφράζει περισσοτερο τήν πορνη και οχι τήν αρχική συντροφισσα.

 

Ι


 
  Ιδίωμα: Η γλωσσική ποικιλία που είναι χαρακτηριστική ενός τόπου, αλλά δεν παρουσιάζει σημαντικές διαφορές από την κοινή, ώστε να μπορεί να θεωρείται διάλεκτός της. Ιδιώματα της ελληνικής μπορούν να θεωρηθούν τοπικές παραλλαγές, όπως της Σύμης, της Χίου, των Δωδεκανήσων, του βορειοελλαδικού χώρου, των Κυκλάδων, της Σαμοθράκης κλπ.  
  Ο ιδιωματισμός, από το ιδιωματικός και το ιδίωμα, είναι αναπόφευκτο να σημαίνει τη λέξη, την έκφραση ή τη σύνταξη που ανήκει η αναφέρεται σε γλωσσικό ιδίωμα, δηλαδή σε τοπική παραλλαγή.  

Λ


 
 

Ως λαογραφία ορίζεται εκείνη η επιστήμη που ασχολείται με όλες τις εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού. Εξετάζει, καταγράφει και ταξινομεί όλα όσα ένας λαός κατά παράδοση λέγει, ενεργεί και πράττει σε συλλογικό επίπεδο. Το περιεχόμενο των θεμάτων της αποτελεί εκδήλωση της ψυχικής και κοινωνικής ζωής του λαού σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο και συνεπώς ποικίλει. Κατηγορίες, τις οποίες θα μπορούσε κανείς να διακρίνει ως αντικείμενο έρευνας της λαογραφικής επιστήμης, αφορούν στον υλικό βίο και την λαϊκή δημιουργία (οίκος και αυλή, τροφές και ποτά, ενδύματα και καλλωπισμός, λαϊκές τέχνες), στον πνευματικό βίο (λατρεία, θρησκευτική ζωή, δημώδης μετεωρολογία, φυτά, ζώα, μύθοι, παραδόσεις, παροιμίες, αινίγματα, λαϊκό θέατρο κ.α.) και στον κοινωνικό βίο (καθημερινά έθιμα, παιχνίδια, σχολική ζωή κ.α.).

Ως λαογραφία έχει αποδοθεί στα ελληνικά ο διεθνώς καθιερωμένος αγγλοσαξονικός όρος folklore, που σημαίνει τη γνώση που έχει ο λαός. Στη Γερμανία επικράτησε ο όρος volkskunde, που σημαίνει τη γνώση για το λαό. Η αγγλοσαξονική θεώρηση θέτει ως αντικείμενο της λαογραφικής σπουδής τις παραδοσιακές εκδηλώσεις του λαϊκού βίου και συγκεκριμένα, την προφορική λογοτεχνία. Αντίθετα, η Γερμανική Λαογραφική Σχολή θέτει στο κέντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντός της όχι τις εκδηλώσεις αλλά το ίδιο το λαϊκό βίο συνολικά και συνακόλουθα το φορέα του, τον λαό, αναζητώντας μέσα από τις εκδηλώσεις του πολιτισμικού του βίου τον εντοπισμό των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του.

 

Π


 
  Παρετυμολογία ονομάζεται η εσφαλμένη ή η ηθελημένη σύναψη μιας λέξης με κάποια άλλη, με την οποία δεν έχει καμιά ετυμολογική σχέση. πρόκειται για ψυχολογικό γλωσσικό νόμο, κατά τον οποίο μια λέξη, συνήθως παρχαιωμένη ή ξένη, αλλάζει τη μορφή ή τον τύπο της, γιατί ο λαός την μπερδευει με μια άλλη πιο γνωστή. Π.χ.:
  • αιγόκλημα -» αγιόκλημα (παρετυμολογικά προς το αγιος)
  • αυτεξούσιος -» εφταξούσιος (παρετυμολογικά προς το επτά)
  • ηδύοσμος -* δυόσμος -» δυάσμος (παρετυμολογικά προς το δύο)
  • λιποθυμώ -» λιγοθυμώ (παρετυμολογικά προς το λίγος)
  • δεντρολίβανο -» αντρολίβανο (παρετυμολογικά προς το άντρας)
  • δυσεντερία -» λυσαντερία (παρετυμολογικά προς το έλυσα)
  • μεσάζω -» μισάζω (παρετυμολογικά προς το μισός)
  • φανατικός -» θανατικός (παρετυμολογικά προς το θάνατος)
  • παρονόμι -» παρανόμι (παρετυμολογικά προς την πρόθεση παρά)
  • Αβχάτανα -» Εκβάτανα (από το εκβαίνω)
Υπάρχουν ακόμη σκόπιμες ή ηθελημένες παρετυμολογίες, αδικητής (αντί διοικητής), αρπάχτορας (αντί εισπράχτορας) κ.ά. [152]
 

Σ


 
  Σολοικισμός: είναι σφάλμα περί την σύνταξη, είναι γλωσσικό λάθος οφειλόμενο στην μη τήρηση των συντακτικών κανόνων. ο όρος αυτός προέκυψε από τους κατοίκους της πόλης Σόλοι της Κιλικίας της οποίας οι κάτοικοι έκαναν συντακτικά λάθη στην προσπάθειά τους να χρησιμοποιήσουν την Αττική διάλεκτο.  

Συνεκδοχή: λεκτικός τρόπος κατά τον οποιο στενευει ή ευρύνεται η αρχική σημασια της λέξης

Συκνεκδοχικές χρήσεις

α) Η ύλη αντί εκείνου που κατασκευάζεται από την ύλη αυτή: Να τρώει η σκουριά το σίδερο (= τα σιδερένια όπλα) κι η γη τον αντρειωμένο.

    β) Το ένα αντί για τα πολλά ομοειδή: Χαίρεται ο Τούρκος (= Τούρκοι) στ' άλογο κι ο Φράγκος (= οι Φράγκοι) στο καράβι.

    γ) Το μέρος ενός όλου αντί του όλου και αντίστροφα: Κάθε κλαόί κάθε δέντρο) και κλέφτης. . '

    δ) Το όργανο αντί της ενέργειας που γίνεται ή παράγεται με το όργσανο αυτό: Έχει λαγού ποδάρι (= ταχύτητα),

    ε) Το όργανο μιας ενέργειας αντί του προσώπου που χειρίζεται το όργανο αυτό ή σχετίζεται μ' αυτό: Έφευγαν Τούρκοι σαν λαγοί το Παργινό τουφέκι (= τους Παργινούς πολεμιστές),

    στ) Η λέξη που δηλώνει ένα φαινόμενο μιας ενέργειας αντί για την ίδιο - ενέργεια: Έμεινε ο Διάκος στη φωτιά (= στη μάχη) με δεκοχτώ λεβέντες

    ζ) Η λέξη που φανερώνει ένα εικονιζόμενο πρόσωπο, ενώ στην πραγματικότητα είναι η εικόνα του προσώπου αυτού: Τον πατέρα (= τη φωτογραφία του πατέρα) κρέμασε τον εδώ.

    (Βλ. ΑχιλλέαΤζαρτζάνου,Νεοελληνική Σύνταξις της ΚοινήςΔημοτικής τόμ. Β', Αθήνα 1953, σελ. 313-314.)

 
 

Σύνθετες λέξεις είναι αυτές που σχηματίζονται με τηην ένωση δύο η περισσοτέρων λέξεων που σχηματίζουν έτσι μια νεα λέξη με ενιαίο τονισμό και ενιαίο νόημα. Εχουμε δισύνθετες λέξεις πχ γυναικο-παιδα και πολυσύνθετες αγγουρο-ντοματο-σαλάτα.

 
  Συνώνυμες λέξεις : φωνητικά διαφορετικές λεξεις που έχουν τήν ίδια ή παρόμοια σημασία.  

T


 
 
Ταυτόσημα ή ταυτόσημες λέξεις: Σε αντίθεση με τα συνώνυμα, που σχεδόν ποτέ δεν έχουν ακριβώς την ίδια έννοια, τα ταυτόσημα είναι λέξεις που συμπίπτουν απολύτως σημασιολογικά. Η ύπαρξη τους οφείλεται στο γεγονός ότι καθεμιά από τις λέξεις αυτές συνηθίζεται σε διάφορες περιοχές, με αποτέλεσμα να λέγονται στην κοινή γλώσσα για την ίδια έννοια και το ίδιο ακριβώς αντικτείμενο περισσότερες από μία λέξεις. Σημειώνουμε εδώ λίγα ζεύγη ταυτόστ. λέξεων: γιαγιά-νόνα, αραποσίτι-καλαμπόκι, αχλάδι-απίδι, γίδα-κατσικι. κοκκινογούλια-παντζάρια, πετεινός-κόκορας, στέγη-σκέπη, ψαρόνι-μαυροπούλι κ.ά.
 
  Βιβλιογραφία 152 ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΛΕΞΙΚΟ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΩΝ, ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΚΚΕΛΑΡΙΔΗΣ, ΣΑΒΒΑΛΑΣ, ΑΓΝΩΣΤΟ.