ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ

 
 

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΠΩΝΥΜΑ

18

 

  ΚΑΒΑΔΙΑΣ - ΚΑΒΑΘΑΣ και ρούχα και πράγματα σχετικά με τοπωνύμια  
 

καβάδιν το· καβάδι· καβάδιον.

1)

  • α) Mακρύ ένδυμα (ανδρικό και γυναικείο): (Hagia Sophia ω 5251)·
  • β) αγροτικό ή πολεμικό ένδυμα: Στέκει με το καβάδιν του ως ένας αγελάρχης (Πτωχολ. P1 1)· καβάδιον βαγδάτιν (Διγ. Άνδρ. 38734)·
  • γ) πολυτελές ένδυμα αξιωματούχων: καβάδια πολυτίμητα (Διγ. Άνδρ. 36119).

2) (Mετων.) αξίωμα: καβάδια του χαρίσασι (Kορων., Mπούας 9). [<τοπων. Kάβαδα της Kαρμανίας + κατάλ. ι(ο)ν. Ο τ. ι κ.ά. στο Βλάχ. και σήμ. ιδιωμ. (Μπόγκας Α´ 143, Β´ 24, Παπαχριστ., κ.ά.). H λ. και ο τ. ιον το 10. αι. (Soph., λ. ιον), στο Meursius ( ββ , λ. καββάδης) και σήμ. κυπρ. (Λουκάς)] Ετσι σχηματιζεται το επώνυμο [Καβαδάς> Καβαθάς ή Καβαδίας.]

Αντιθετα η Live-Pedia.gr

Το ετυμολογει ή από το τοπωνύμιο, που ανήκει σε μια υποθετική πόλη Κάβαδα της Καρμανίας ή από τη σερβ. λ. Kavad.

Υπηρχε μια σατραπεία της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών η Βih-Kavad. Περιλάμβανε τις πόλεις που σήμερα ονομάζονται Νατζάφ και Κούφα και ανήκουν στο Ιράκ. Κοντά στην Νατζάφ υπαρχει η ιστορική πολη Κάρβαλα που θυμιζει λιγο τα «Κάβαδα». Δεν αποκλειεται απο εκει να επαιρναν οι Βυζαντινοι τα καβάδια ατου το Βαγδατί φορεμα το επαιρναν απο την γειτονική Βαγδάτη.

Η Καρμανία δεν έχει σχέση με την Τουρκική Καραμανία (πατρίδα των Καραμανλήδων).

Η Καρμανία ήταν μια επαρχία (σατραπεία) της Αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών και κατόπιν των Σασσανιδών. Αναφέρεται απο τον Αριανό. Επι Μ. Αλεξάνδρου ηταν μια σατραπεία στον περσικο κολπο Δυτικά του Χουρμούζ. Ανατολικα συνόρευε με την Γερδωσία.

 

Πολίτικο καβάδι . Πρόκειται για μεταξοβάμβακο φόρεμα που φορούν οι Καλύμνιες με τα σχολιανά πάνω από το πουκάμισο. Ονομάζεται πολίτικο γιατί το ύφασμα ήταν φερμένοαπό την Κωνσταντινούπολη. Από το καβάδι παίρνει την ονομασία της ολόκληρη η φορεσιά και λέγεται " τα καβάδια ".

Σχόλιο

Είναι σύνηθες φαινόμενο το ρούχο να παίρνει το όνομά του απο τον τόπο κατασκευής του έτσι έχουμε ουσιαστικοποιημένα επίθετα:

  • τα καβάδια από Kάβαδα της Kαρμανίας
  • το φέσι από το Φεζ της Αλγερίας
  • τα γεμενιά από την Υεμένη
  • την Δαλματική (στολή) από την Δαλματία

Αλλά έτσι δημιουργούνται και επίθετα για άλλα αντικείμενα ή Ζώα

  • Το Δαμασκί σπαθί (από την Δαμασκό)
  • Ο Μενδιος Όνος (από την Μένδη) ο γνωστός από την μπαλάντα του κυρ-Μέντιου γαϊδαράκος.
  • Το λαχουρί φουστάνι (από την Λαχώρη του Πακιστάν)

Υφάσματα με αναλογη ετυμολογια

Βατίστα Λεπτο και πυκνο λινο υφασμα: Ατο τον Batiste de Cambrais που ανέπτυξε και οργάνωσε την βιομηχανία λινών.

Κασμίρ[ι] Από την περιοχή του Κασμίρ (μεταξύ Πακιστάν και Ινδίας)

Κρέπ ελαφρύ ύφασμα από μετάξι με ελαφρά πτυχωμένη μορφή, κατασκευασμένο από σγουρό νήμα. Απο το Γαλ. crepe < Παλ. Γαλ. cresp < Λατ. crispus.
Ομορριζα κρέπα, κρέπι, Κρίσπος (επων., Κυρ. ον.), Rice-Crispies.

Μηλωτή Πανοφώρι η καλυμα των ομων απο προβειο τριχωτο δερμα.< το αρ.χ μήλον=πρόβατο [171,1097]

37 ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι

Παύλου Προς Εβραίους κ. 11. στ. 37

Μὲ φακιόλι τρεμουσένιο καὶ μὲ κοντογοῦνι μῆλο
Μὲ κορμὶ ὀρθὸ σὰν ξύλο.
'Σ ταὶς γειτόνισσες γυρίζει καὶ μωρολογεῖ τὰ ἴδια,
Κ' ἱστορεῖ τὰ δεκαπέντε της Συληβριᾶς ταξείδια,

Ηλία Τανταλίδη - Η Κεράτσα

Λαμέ Γυαλιστερό ύφασμα του οποίου το στημόνι η το υφάδι είναι απο μεταλικές ίνες (‹ λαμα ‹ ελασμα)

Μπροκάρ σγουρό ύφασμα με κεντηματα από χρυσό και μετάξι. από το Γαλ. brocart< Ital. Brocato<Lat Broccus. Απο την ιδια ρίζα το μπροκολο, η προκα, μπροκα, ο Πρόκος (επών) και ο Κατσαπρόκος (εργαλείο της υποδηματοποιίας και γιος του Καγκιόζη).

Σατέν Λεπτό ύφασμα με λεια και στιλπνή επιφάνεια. Απο το Γαλ. satin <Παλ. Γαλ. zatouin < αραβ. atlaz ZayTuni < ατλαζι από την Κινέζικη Πόλη Tseu Tpng

 

 
 

Συναντάται επισης ονοματοδοσια απο την ημερα ή τον τόπο που φοριέται ένα ύφασμα ή ρουχο.

κιπούρ (τύπος υφάσματος)
Σχεδόν όλες οι εβραϊκές εορτές συνεπάγονται μια σχετική τελετουργία, αλλά κατά την εορτή του Γιομ Κιπούρ (ημέρα της εξιλέωσης) που αφορά νηστεία,ο εβραϊκός νόμος απαιτεί ένα να φάει κανείς ένα μεγάλο εορταστικό γεύμα και το απόγευμα της παραμονής του Γιομ Κιπούρ, μετά την απόγευματινή προσευχή Mincha. Φορώντας λευκά ρούχα, οι άνδρες φορούν μιά Kittel, αποτελεί παράδοση να συμβολίσει καθαρότητα κανείς αυτή την ημέρα.

μειντανογέλεκο

Τι γιλέκο που φοράμε στο μειντάνι (τουρκικό meydan = Ανοικτός Χώρος - Δημόσια Πλατεία) . Το "καλό", της βόλτας.

'Εχουμε και ρούχα "κυριακάτικα","λαμπριάτικα","βαφτιστικά","γαμπριάτικα"

 
  Copyright © - Aris Stougiannidis - All rights reserved  

 

Η αρχαία Μένδη βρίσκεται στη δυτική παραλία της χερσονήσου Παλλήνης, στη Χαλκιδική και ιδρύθηκε από Ερετριείς αποίκους κατά τον 8ο αι. π.Χ. Η χρονολογία ίδρυσής της δεν είναι γνωστή, η παρουσία των Ερετριέων και Χαλκιδέων ωστόσο στον βόρειο ελλαδικό χώρο ανάγεται γενικά στo πλαίσιο του Β' αποικισμού, τον 8ο αι. π.Χ. Η πόλη οφείλει το όνομά της στο αρωματικό φυτό μίνθη, ένα είδος μέντας, που φύεται ακόμη στην περιοχή. Η πλούσια ξυλεία, το εύφορο έδαφος, τα πλούσια κοιτάσματα μεταλλευμάτων σε χρυσό, ασήμι και μολύβι, και το εμπόριο ανάμεσα σε πόλεις της Νότιας Ελλάδας και του Ελλήσποντου ώθησαν πολλές πόλεις να ιδρύσουν αποικίες. Γύρω στις αρχές του 6ου αι. οι παραπάνω πόλεις ελέγχουν το εμπόριο στην περιοχή της Μακεδονίας και οι εμπορικές συναλλαγές φτάνουν μέχρι την Κάτω Ιταλία.

Η Δαμασκός είναι η πρωτεύουσα της Συρίας με πληθυσμό περίπου 4,5 εκατομμύρια κατοίκους. Είναι χτισμένη στην όαση Γκούτα, που βρίσκεται στην όχθη του ποταμού Μπαρόντα, (του Χρυσορρόα, όπως τον ονομάζουν οι αρχαίοι Έλληνες) σε υψόμετρο 600-700 μέτρα στις αρχές της ερήμου και στους πρόποδες του Αντιλίβανου.

Την Λέξη "δαμασκί" ή "διμισκί" την συναντάμε στο πολύ γνωστό Δημοτικό ποιήμα "του Μικρού Βλαχόπουλου"

"Σαϊτες μου αλεξαντρινές καμιά να μη λυγίσει
κι εσύ, σπαθί μου διμισκί, να μην αποστομώσεις,
Βοήθα μ' ευχή της μάνας μου και του γονιού μου βλόγια
ευχή του πρώτου μου αδελφού, ευχή και του στερνού μου
Μαύρε μου, άιντε να μπουμε, κι όπου ο Θεός τα βγάλει!"
Για το ωραίο ντύσιμο της Φροσύνης μας λένε οι παρακάτω στίχοι:
«Άλλη δεν το ‘βαλε  το λαχουρί φουστάνι 
μόν’η Φροσύνη τόβαλε και βγήκε στο σεργιάνι». 
Μια Kittel, ή kitl, (ρόμπα, παλτό, βλ. Γερμανικά Kittel παλτό) είναι μια λευκή ρόμπα που χρησιμεύει ως σάβανο ταφής για τους άνδρες τους Εβραίους. Επίσης, φοριέται σε ειδικές περιπτώσεις από Εβραίους Ασκενάζι. Στη Δυτική Ευρώπη αυτό το ένδυμα που ονομάζεται Sargenes. Η Sargenes λέξη σχετίζεται με την παλαιά γαλλικά Serge καθώς και στη Λατινική Serica ‹ Βυζ. Μσν. σηρική = μεταξωτή ‹ σηρ= μεταξωσκώληκας. Ο όρος έχει κυρίως πέσει σε αχρηστία στη σύγχρονη εποχή. Η Kittel, ή sargenes, χρησιμοποιείται ως πέπλο ταφής (σάβανο), ένα απλό φόρεμα, που εξασφαλίζει την ισότητα για όλους μπροστά στο θάνατο.
Επίσης φοριέται στο Γιομ Κιπούρ και σε ορισμένες περιπτώσεις στο Rosh Hashanah, την εβραική Πρωτοχρονιά. Η ντύσιμο με Kittel συνδέεται συμβολικά με τη χρήση της ως πέπλο ταφής , και, με το στίχο του Ησαια: καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος· καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ. αμαρτίες μας πρέπει να γίνουν λευκές σαν το χιόνι» (Ησαΐας 1:18) .
Τα πρώτα βυζαντινά ενδύματα ήταν επηρεασμένα από τις ρωμαϊκές ενδυματολογικές συνήθειες και μάλιστα των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Ως γνωστό το Βυζάντιο είναι η συνέχεια του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους. Έχουμε λοιπόν ως βασικό ένδυμα για άνδρες και γυναίκες την τουνίκα, που σταδιακά μετασχηματίζεται σε δαλματική και επιβιώνει ως κύριο ένδυμα, η ως βασικό τμήμα πιο σύνθετων συνόλων, στις σχετικές φορεσιές των λαών της Βαλκανικής και της Ανατολικής Μεσογείου.